₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

23 + 2 Ερωτήσεις για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο



Τα Εμφύλια Πάθη προσεγγίζουν τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο μέσα από 23 κρίσιμες ερωτήσεις και απαντήσεις, ξεκινώντας από το τι είναι εμφύλιος πόλεμος και καταλήγοντας στην κληρονομιά που μας άφησε. Με συνοπτικό τρόπο και άμεση γραφή, ο Στάθης Καλύβας και ο Νίκος Μαραντζίδης επιχειρούν μια συνολική ερμηνεία ενός σύνθετου και πολύμορφου γεγονότος που δίχασε έναν λαό και κατέστρεψε μια χώρα, τραυματίζοντας τη συλλογική τους μνήμη και ταυτότητα. Ο εμφύλιος πόλεμος παρέμεινε για πολλά χρόνια πηγή εντάσεων, διχόνοιας και παθών. Σήμερα όμως έχουμε πια τη δυνατότητα να τον ξανασκεφτούμε με ψύχραιμο και τεκμηριωμένο τρόπο, όχι απαραίτητα για να εντοπίσουμε ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, και σίγουρα όχι για να αναπαραγάγουμε τη διχόνοια που μοίρασε απλόχερα, όσο για να ανακαλύψουμε τις ποικιλόμορφες πτυχές και διαστάσεις του έτσι όπως αναδύονται μέσα από δεκάδες πρόσφατες έρευνες. Το βιβλίο αποτελεί μια συμβολή στη συλλογική μας αυτογνωσία, στοχεύοντας να αντικαταστήσει τα εμφύλια πάθη με την εμβάθυνση, τη γνώση και τελικά την ωριμότητα.

Βρείτε το βιβλίο εδώ

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

«Μνήμες Πολέμου 1897-1974», έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ

Σε μια εξαιρετική έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ, με τον τίτλο «Μνήμες Πολέμου 1897-1974», καταγράφονται επιλεγμένες ιστορίες μαχητών από όλους τους πολέμους και τις μάχες που συμμετείχαν στο πέρασμα του χρόνου. Είναι ένα βιβλίο μοναδικό.

Σε ένδειξη τιμής προς τους αγωνιστές Καταδρομείς της Κύπρου και τους τιμημένους νεκρούς ήρωες, παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα.


Μάλεμε, 21 Ιουλίου 1974. Αφήγηση του Στρατιώτη Αθανασίου Ζαφειρίου 

«Ήταν απόγευμα της Κυριακής 21ης Ιουλίου. Ήμουν οδηγός σε στρατιωτικό αυτοκίνητο και έφθασα στο στρατόπεδα Μάλεμε Χανίων φορτωμένος με στρατιωτικά υλικά. Είδα τους συναδέλφους με πλήρη πολεμική εξάρτυση.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα. 

- Φεύγουμε για την Κύπρο. Άφησα το αυτοκίνητο κατ έτρεξα να ετοιμασθώ. Σε λίγα λεπτά βρέθηκα στην γραμμή μαζί με τους υπολοίπους. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος Μπήκαμε σε στρατιωτικά λεωφορεία και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο των Χανίων. 

[...] Στάθηκα για μια στιγμή σκεφτικός. Έστρεφα το βλέμμα μου εις τους τάφους των Βενιζέλων.

Έσκυψα, χούφτωσα λίγο χώμα Ελληνικό, το φίλησα κατ τόριξα στην τσέπη της φόρμας μου. Δεν ήξερα αν θα ξανάβλεπα την Ελλάδα.. 

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 98-101 



Χανιά, στρατόπεδο Α’ Μοίρας Καταδρομών, 21 Ιουλίου 1974

Στο στρατόπεδο παρέμεινε μια διμοιρία (υπό τον υπολοχαγό Λευτέρη Μπουϊκίδη) για τη φύλαξη του, οι άντρες της οποίας θεώρησαν τους εαυτούς τους σαν τους μεγάλους χαμένους ιδιαίτερα τη στιγμή που τα δεκαπέντε λεωφορεία άρχισαν να βγαίνουν από την πύλη. 

... «Ρε σεις πάμε για του πόλεμο», είπε ο στρατιώτης Γιώργος Νομπέλης και έβαλε τα γέλια και όλα τα παιδόπουλα έπιασαν το τραγούδι με την προτροπή του υποδιοικητή που παραβίαζε τη διαταγή του ανωτέρου του. «Πότε θα κάνει ξαστεριά.. πότε θα ξημερώσει...». 

0 υπολοχαγός Μπένος που καθόταν δίπλα στον πολίτη οδηγό, άρχισε και αυτός να τραγουδά σαν είδε ένα γέρο Κρητικό με τις παραδοσιακές του βράκες να στέκει στην άκρη του δρόμου και ακούγοντας το τραγούδι των καταδρομέων σήκωσε ψηλά τη μαγκούρα και άρχισε να τους χαιρετά. 

«Να πάρω το... να πάρω το... τουφέκι μου». 

Και άλλοι Κρητικοί που άκουσαν το τραγούδι και είδαν το κονβόι στάθηκαν στην άκρη και αποχαιρέτισαν τα παλικαρόπουλα που πήγαιναν στον πόλεμο για την τιμή της πατρίδος.

Ιωάννη Δ. Κακολύρη, Οι πολεμιστές τον ουρανού, σελ. 161-162


Επιχείρηση «Λαβίδα», 20 Ιουλίου 1974 

Λίγο μετά την 21.00 ώρα, και ενώ η Μοίρα βρισκόταν περίπου στο φυλάκιο του ΟΗΕ, η Αετοφωλιά δεχόταν τα πυρά ομάδος όλμων 60 χλστ. από το Κοτζάκαγια. Τα βλήματα πέρναγαν επάνω από τα κεφάλια των λόχων κρούσεως και έπεφταν περί τα 50-70 μέτρα παρακάτω από τις θέσεις μας. Οι εχθρικοί όλμοι, παρά τα ισχύοντα περί όπλων καμπύλης τροχιάς ήταν ταγμένοι, ως μη όφειλαν, απέναντί μας επί του πρανούς! Έτσι, οι λάμψεις από τις εκτοξεύσεις των βλημάτων πρόδιδαν κατ κατεδείκνυαν τις θέσεις τους.Δεν χρειάστηκαν παρά δύο μόνον απανωτά βλήματα αντιαρματικού ΠΑΟ 57 χλστ. για να σιγήσουν οριστικά. Και να φαντασθεί κανείς ότι, οι χειριστές του αντιαρματικού όπλου έκαναν νυχτερινή βολή με αυτοσχέδια μέσα. Επειδή δεν είχαμε διόπτρα νυχτερινής σκοπεύσεως σκαρφιστήκαμε την χρησιμοποίηση της κοινής διόπτρας φωτίζοντάς την καταλλήλως με αναμμένο τσιγάρο! 

Η ώρα πέρναγε. Τα πυρά υποστηρίξεως και καλύψεως της κινήσεως της Μοίρας συνέχιζαν ακατάπαυστα. Και ήταν, σχεδόν στο σύνολό τους πυρά υπερκείμενα. Οι τροχιές πέρναγαν επάνω από τα κεφάλια των δικών μας τμημάτων. Εάν κάποιος χειριστής έκανε λάθος ή κάποια πυρομαχικά ήταν ελαττωματικά, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να χτυπηθούμε μεταξύ μας. Στις ασκήσεις ουδέποτε επιτρέπεται η εκτέλεση υπερκείμενων πυρών, και μάλιστα με όπλα καμπύλης τροχιάς. Οι καταδρομείς έπαιρναν ένα παρατεταμένο «βάπτισμα πυρός», όπως δεν το είχαν δοκιμάσει ποτέ στην εκπαίδευση. Μετά την πρώτη ανατριχίλα από το πλατάγισμα των πολυβόλων, σιγά-σιγά το συνήθισαν και μάλιστα ήταν σε θέση να απεικάσουν μέσα στην νύχτα πού περίπου έπεφταν οι σφαίρες και πόσο ψηλότερα από τα κεφάλια τους πέρναγαν οι τροχιές. 

Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε γιά ύπνο, σελ. 90 


Ύψωμα Κοτζάκαγια, νύχτα 20/21 Ιουλίου 1974. 
Από το ημερολόγιο του Λοχία Γιάννη Στεφάνου 

Προχωρούμε με προφύλαξη και αφού φθάνουμε σχεδόν στην κορυφή μένουμε στο αντέρεισμα που είναι οι Τούρκοι. Ολόκληρη η πλευρά είναι γεμάτη πολυβολεία και χαρακώματα. Ο λοχαγός διατάζει να γίνη αιφνιδιαστική επίθεση γιατί κάθε φυλάκιο είχε τουλάχιστον 5 άνδρες. Ετοιμαστήκαμε κατ μόλις ο λοχαγός φώναξε «έφοδο», ορμήσαμε προς τα πολυβόλα, πυροβολώντας στις θυρίδες ρίχνοντας χειροβομβίδες και φωνάζοντας «αέρα!». Οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν από τα πολυβολεία τρέχοντας δεξιά κατ αριστερά σαν τα ποντίκια που τρέχουν στις φάκες. Άλλοι πετάνε τα όπλα τους και άλλοι φωνάζουν ότι θέλουν να παραδοθούν. Το ύψωμα Κοτζάκαγια είχε πια καταληφθή. Όλος ο λόχος κάνει μια γενική εκκαθάριση στα πολυβολεία και στα χαρακώματα και παίρνουμε θέση μάχης. Ποτέ όλοι μαζί δεν έχουμε νοιώσει τόση χαρά, όσο αυτή τη στιγμή που έχουμε καταλάβει το ύψωμα χωρίς ένα δικό μας θύμα. Και όμως μια ριπή σχίζει ξαφνικά την αισιοδοξία μας στα δύο: Τρεις Τούρκοι σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο είχαν κρυφθή χωρίς να τους αντιληφθούμε, με αποτέλεσμα να σκοτωθή ο λοκατζής Χριστοφ. Χριστοφόρου. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι κτυπούν λυσσασμένα αλλά καθώς έχουν βγη στα φανερά πια, μεταφέροντας μαζί τους μπαζούκας, ο λοκατζής Αν. Πίττας καλυπτόμενος από μας, πλησίασε στο φυλάκιο και τους πέταξε μια χειροβομβίδα. Και οι τρείς πήγανε στου Αλλάχ τη μάνα...

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 50-51 


Ύψωμα Κοτζάκαγια, νύχτα 20/21 Ιουλίου 1974.
Αφήγηση Εφέδρου Αξιωματικού Οικονομίδη

Η ώρα 24.00, άρχισαν αυτοί να επιτίθενται. Κατάλαβαν ότι κατελήφθη το ύψωμα. Οι επιθέσεις γίνονταν από την Αγύρτα και ίσως από τον Άγιο Ιλαρίωνα...Ήταν από κάτω και τους άκουες. Είχαν έναν σαν τον Χότζα και τους έλεγε διάφορα...Αλαλαγμοί διάφοροι. Εμείς τους αφήναμε. Στο μεταξύ πήραμε τα όπλα τους, τα πολυβόλα που είχαν εκεί, στραμμένα 50άρια, 30άρια Browning…

Έρχονταν από την νότια πλευρά και ανέβαιναν πάνω. Από την άλλη ήτανε ο 11ος Λόχος Κρούσεως με τον Γαληνό, τους απέκοψε και τούς αποδεκάτισε όλους τους άλλους. Και ο 12ος Λόχος Κρούσεως αλλά κυρίως ο Γαληνός...

Άρχισε η αντεπίθεση. Γιουρούσι απερίγραπτο. Τους αφήναμε και ερχόντουσαν πάνω. Είχα με ένα παιδί ανθυπολοχαγό του 12ου Λόχου Κρούσεως τον Κώστα Μαλεκκίδη, ένα πολυβόλο και μαλώναμε ποιος θα βάζει. Διότι ένας κρατούσε την ταινία κι ο άλλος έβαζε. Είχαμε δύο ή το πολύ τρία πολυβόλα. Στο ένα ήμασταν εμείς. Τους αφήναμε να ανεβαίνουν εντελώς για να μην καταλαβαίνουν που είμαστε. Στα τρία μέτρα τους ρίχναμε. Αυτοί έτρεχαν και τους διαλύαμε. Πενηντάρες τώρα... Πέφταν πάνω μας και τους κλωτσούσαμε δεξιά - αριστερά για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε Και μαλώναμε ποιός θα βάλει.. . 
Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε για ύπνο, σελ. 98


Πέλλα Πάις, νοτιοανατολικά της Κερύνειας, 20-21 Ιουλίου 1974. 

Αφήγηση Γεωργίου Κάιζερ 

«Εις το νοσοκομείον το οποίον προχείρως διευθετήσαμε εις Πέλλα Πάις άρχισαν να καταφθάνουν και οι πρώτοι τραυματίες μας από τις μάχες Ήταν μεγάλη η συγκίνηση να βλέπης και να ακούης τους ευσταλείς καταδρομείς μας να ζητούν να τύχουν συντόμως των πρώτων βοηθειών για να γυρίσουν στο πεδίο της μάχης»

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 60 


Νύχτα 21/22 Ιουλίου 1974 
Αφήγηση Αθαν. Ζαφειρίου, μοναδικού διασωθέντος από την κατάρριψη αεροσκάφους κοντά στη Λευκωσία.

«Η Λευκωσία ήταν πολύ κοντά μας βλέπαμε τις φωτιές. Θα απείχε μόνο λίγα χιλιόμετρα κατ το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνη ακόμη πιο χαμηλά για να προσγειωθή. 

Μπροστά μας πήγαιναν τα άλλα αεροπλάνα. 

Ξαφνικά μας κτύπησαν αντιαεροπορικά. Θα ήταν μεσάνυκτα. 

Πρώτα νοιώσαμε ένα συγκλονιστικό τράνταγμα και το αεροσκάφος άρχισε να «παλαντζάρη». Πριν καταλάβουμε τι έγινε άρχισαν να το τυλίγουν οι φλόγες κοίταξα το πάτωμα. Ήταν διάτρητο! Μας είχε πετύχει και μάλιστα καίρια. Είχα ακουμπήσει τα πόδια μου πάνω σε κάτι ξύλινα κιβώτια που περιείχαν πυρομαχικά. Τα είδα να παίρνουν φωτιά. 

Εκείνη την στιγμή ένοιωσα ότι όλα τελείωσαν .. Δίπλα μου οι περισσότεροι συνάδελφοι, κτυπημένοι από τα βλήματα βογγούσαν. Εν τω μεταξύ, η φωτιά μεγάλωνε. Η φόρμα παραλλαγής που φορούσα είχε ήδη ανάψει. Πάνω από το κεφάλι μου μια εστία φωτιάς μου έκαιγε τα μαλλιά. Κτυπούσα το ένα χέρι μου με το άλλο προσπαθώντας να σβήσω την φωτιά που με έκαιγε. Και το αεροπλάνο ήταν φανερό, οτι είχε μείνει ακυβέρνητο. Σηκώθηκα όρθιος γιατί το κάθισμα που καθόμουν είχε πάρει φωτιά. Ξανάπεσα όμως γιατί το αεροπλάνο πήγαινε πια σαν τρελλό...» 

Απελπισία! Ο Ζαφειρίου ένοιωθε να τον κυριεύη η απόγνωση. Τα πυρομαχικά πήραν φωτιά και γύρω πολλοί καταδρομείς σπαρταρούσαν τραυματισμένοι από τις σφαίρες μεγάλου διαμετρήματος που είχαν διαπεράσει πέρα για πέρα το αεροπλάνο. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι το αεροπλάνο ήταν πια ακυβέρνητο. Και ο Ζαφειρίου τελειώνει έτσι την συγκλονιστική αφήγησή του: 

«Δεν ξέρω πώς μου ήρθε εκείνη την στιγμή και με όσες δυνάμεις μου έμειναν, σύρθηκα μέχρι την έξοδο του αεροπλάνου. 'Ισως να ήταν και κτυπημένη. Πάντως βρήκα την δύναμη και την άνοιξα. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκα στο κενό! 165 μέτρα πιο πέρα το αεροπλάνο καρφώθηκε στην γη μαζί με τούς 32 συντρόφους μου, μα εγώ δε το είδα».

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 101-102


Αεροσκάφος «Νίκη 7», μετά την προσγείωση στη Λευκωσία, 
ώρα 02.30, 22 Ιουλίου 1974 

Η ομάδα πού γύρισε πίσω στο αεροπλάνο αποτελείτο από τον Δημητρό, τον Μπένο κατ τούς στρατιώτες Μακρυποδάκη και Μπικάκη. Φτάνοντας στα δύο μέτρα απόσταση, μπόρεσαν να δουν το σκοτεινό όγκο του ακινητοποιημένου Νοράτλας πού ακόμη έβγαζε καπνούς αν και οι φωνές τον τραυματία ακούγονταν σε μεγαλύτερη απόσταση. Ο Δημητρός είχε σκεφτεί να πάρει κάποιο από τα όπλα των τραυματισμένων καταδρομέων έτσι που να μη νιώθει άοπλος και απροστάτευτος. Ανέβηκε πρώτος στο αεροπλάνο και με τη βοήθεια του φακού που του είχε δώσει ο Καγιαμπάκης έριξε τη δέσμη προς το εσωτερικό της ατράκτου και το αίμα του πάγωσε μέσα στις φλέβες.

Δεν είχε νιώσει το φόβο όση ώρα τους χτυπούσαν τα αντιαεροπορικά, δεν είχε νιώσει τον τρόμο όταν τους χτύπησαν τους κινητήρες και την άτρακτο, δεν είχε νιώσει τον πανικό όταν η θανατική τους καταδίκη ήταν υπογεγραμμένη και βέβαιη. 

Αλλά αντικρίζοντας τη λίμνη του αίματος πάνω στα σανίδια της ατράκτου τα ένιωσε όλα μαζί. Και φόβο και τρόμο και πανικό. Η επιθυμία του για να πάρει κάποιο όπλο του έφυγε μονομιάς. Δεν μπορούσε να πατήσει πάνω στο αίμα των παιδιών που είχε φέρει μέχρι την Κύπρο. Το θεώρησε σαν να πατούσε πάνω σε τάφους ιερούς και άγιους. 

Γύρισε τη δέσμη τον φακού προς το μέρος των καθισμάτων και είδε τα ακινητοποιημένα σώματα δύο καταδρομέων, όπου το αίμα είχε πλημμυρίσει τόσο τα ρούχα τους, όσο και το χώρο γύρω από τα καθίσματά τους. Και οι δύο έδειχναν νεκροί.

Λίγο πιο μπροστά ήταν το σώμα του παιδιού που βογγούσε συνέχεια και ήταν και αυτός πλημμυρισμένος στο αίμα. Ο φακός γλίστρησε από τα χέρια του και βγήκε έξω από το αεροπλάνο συντετριμμένος. 

Ιωάννη Δ. Κακολύρη, Οι πολεμιστές τον ουρανού, σελ. 222


Περιοχή Κερύνειας, 22 Ιουλίου 1974

Στο δραματικό εκείνο σκηνικό εκτυλίχθηκαν ανεπανάληπτες σκηνές. Οι πράξεις ηρωισμού, αυτοθυσίας και μεγαλείου, διαδέχονταν η μια την άλλη. Οι καταδρομείς πολέμησαν γενναία. Όμως ο αγώνας ήταν δραματικά άνισος. Ο ελαφρός οπλισμός των καταδρομέων ήταν αδύνατον να παλέψει με τους χαλύβδινους θώρακες. Ο ένας λόχος της Μοίρας (33 ΜΚ) έπαθε μεγάλο χαλασμό. Χάθηκε ο διοικητής του λόχου, ο ηρωικός υπολοχαγός Νικόλαος Κατούντας. Χάθηκαν μαζί του πολλοί Κύπριοι αξιωματικοί και καταδρομείς.

Ο διοικητής του άλλου λόχου κρούσεως, υπολοχαγός Βασίλειος Ροκκάς, ο οποίος, παρά τον τραυματισμό του στα Πετρομούθια επανήλθε στα καθήκοντά του, με όσους βρέθηκαν γύρω του, κατόρθωσε να φθάσει στην Κερύνεια. Εκεί, μαζί με τους δικούς του και λίγους πεζικάριους, εγκλωβίστηκαν και περικυκλώθηκαν σε μιαν ανεγειρόμενη οικοδομή. Βαλλόμενοι πανταχόθεν από μικρές αποστάσεις και υφιστάμενοι απώλειες, αμφιταλαντεύονταν προκειμένου να αποφασίσουν περί του πρακτέου. Το φάσμα της εξοντώσεως και της αιχμαλωσίας ήταν προφανές. Η λύση της αυτοκτονίας ήταν μέσα στις επιλογές τους. Έφθασαν στο σημείο να την συζητούν ανοιχτά μεταξύ τους. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, ο υπολοχαγός Ροκκάς πήρε την την μεγάλη απόφαση. Αποφάσισε διάσπαση κλοιού. Το σχεδίασε και το επιχείρησε. Το εγχείρημα πέτυχε. Ορισμένοι χάθηκαν. Οι πολλοί όμως, μαζί με τον γενναίο υπολοχαγό, διέφυγαν.

Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε για ύπνο, σελ.132-133


Στο βιβλίο των Πρακτικών της Ημερίδας Ειδικών Δυνάμεων με τον τίτλο "Οι Καταδρομείς κατά του Αττίλα", μπορείτε να διαβάσετε τις ανέκδοτες διηγήσεις των διοικητών-πολεμιστών εκείνης της περιόδου.

Όσοι ενδιαφέρεστε, μπορείτε να απευθυνθείτε στη Λέσχη Καταδρομέων και Ιερολοχιτών, με e mail, για συνεννόηση στην διάθεση του βιβλίου. 


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ένα διαφορετικό βιβλίο για το προσφυγικό.


Η "Εισβολή των αµάχων", µε θέµα το προσφυγικό-µεταναστευτικό και ειδικά τις επιπτώσεις του στην Ελλάδα, είναι το δεύτερο βιβλίο της "διλογίας" του Σταύρου Λυγερού. Έχει προηγηθεί η Ισλαµική τροµοκρατία. Λόγω της θρησκευτικής-πολιτισµικής ταυτότητάς τους, οι µουσουλµάνοι µετανάστες δύσκολα ενσωµατώνονται. Έχουν περισσότερο την τάση να αναπαράγουν στο δυτικό περιβάλλον τον τρόπο που ζούσαν στις χώρες προέλευσής τους, γεγονός που τους ωθεί να δηµιουργούν άτυπα γκέτο. Και στην Ελλάδα η ανθρώπινη "χωµατερή" τροφοδότησε το διάσπαρτο έγκληµα και τη "µαύρη" κακοπληρωµένη εργασία.

Ο συγγραφέας αναλύει τις νοµικές και πολιτικές πτυχές της παροχής ασύλου και τον ρόλο των "επαγγελµατιών αλληλέγγυων", αποδεικνύοντας ότι οι ανέξοδες αντιρατσιστικές κορόνες φουσκώνουν τα πανιά της Χρυσής Αυγής. Η άνοδος των δικαιωµατιστών στην εξουσία και η πολιτική "ανοικτών συνόρων" -σε συνδυασµό µε τη δήλωση-πρόσκληση της Μέρκελ-, άνοιξαν το 2015 τον ασκό του Αιόλου. Το αποτέλεσµα ήταν η ΕΕ να διολισθήσει στην πολιτική Ορµπάν, µε την Αυστρία να κάνει τη βρόµικη δουλειά για το κλείσιµο του βαλκανικού διαδρόµου και τη µετατόπιση του ευρωπαϊκού συνόρου από το Αιγαίο στην Ειδοµένη. Το βιβλίο φωτίζει τον ρόλο της FRONTEX, του ΝΑΤΟ και των ΜΚΟ, ανατέµνει την ευρωτουρκική συµφωνία και ανιχνεύει τις επιπτώσεις από τον εγκλωβισµό στην Ελλάδα δεκάδων χιλιάδων ταλαιπωρηµένων. Το προσφυγικό-μεταναστευτικό δεν είναι αποκλειστικά ανθρωπιστικό πρόβληµα. Έχει και µία δεύτερη δυσάρεστη όψη: προκαλεί κοινωνικές παρενέργειες και προβλήµατα δηµόσιας ασφάλειας. Είναι αυτή η δυσάρεστη όψη που µε την πάροδο του χρόνου αναδύεται.

Δείτε το βιβλίο εδώ

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Σας προτείνουμε το περιοδικό Απαγορευμένη Ιστορία με θέμα το ISIS.

Μπορεί το ISIS και η Τζιχάντ να βρίσκονται στην επικαιρότητα ολόκληρου του πλανήτη, αλλά κάθε δημοσιογραφική αναφορά, κάθε επίσημος λόγος και κάθε άρθρο στα μέσα ενημέρωσης φανερώνουν τη βαθιά μας άγνοια για το τι είναι, τι επιδιώκει και τι μέθοδο ακολουθεί η τρομοκρατική οργάνωση που ονομάζει τον εαυτό της Χαλιφάτο, και που απειλεί να εμπλέξει τον κόσμο σε έναν πόλεμο αντάξιο της Αποκάλυψης.
Η Απαγορευμένη Ιστορία επιλέγει να ξεκινήσει από τη ρίζα του θέματος, στον 7ο αιώνα π.Χ., και να φτάσει μέχρι τη σημερινή Συρία εξετάζοντας κάθε όψη, κάθε πρόσωπο και κάθε γεγονός ξεχωριστά προκειμένου να συνθέσει τη συνολική εικόνα. Μια εφ' όλης της ύλης κατάδυση στο πιο φλέγον θέμα των ημερών.

Διαβάστε:                                                                                                     Προμηθευτείτε το από εδώ 
  • Τι είναι το Ισλάμ  Αλήθειες και Ψέματα
  • Τα Πρώτα Χρόνια του Ισλάμ 
  • Η Μεγάλη Διάσπαση: Σουννίτες & Σιίτες
  • H Γέννηση του Ισλαμικού Φονταμενταλισμού
  • Τζιχάντ  
  • Η Άνοδος του Πολιτικού Ισλάμ
  • Οι Ανθρώπινες Βόμβες 
  • Η Μεγάλη Σημασία του Ιράκ
  • Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι 
  • Η Στρατηγική του ISIS
  • Οι Πηγές Χρηματοδότησης του ISIS
  • Το Ισλάμ στην Ευρώπη 
  • Στόχος η Γηραιά Ήπειρος
  • Η Νέα Στρατηγική των Τζιχαντιστών

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Το γενεαλογικό του δένδρο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη


Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

\Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».
Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.
Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».
Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου
Ιστορικός
  
Βιβλιογραφία

Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:
1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].
2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Πηγή

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η κόκκινη βία, 1943-1946, η µνήµη και η λήθη της Αριστεράς, το βιβλίο του Σάκη Μουμτζή που θα συζητηθεί



Της Νίκης Ζορµπά

 Τίτλος εύγλωττος:  «Η κόκκινη βία,  1943-1946, η µνήµη και η λήθη της Αριστεράς».

Σηµειολογικό και το εξώφυλλο του βιβλίου: Έβενος, ολόκληρη η επιφάνεια. Λίγο κόκκινο , όπως η αριστερά (ή µήπως το αίµα;) στην υπογράµµιση. 

Ο θεσσαλονικιός Σάκης Μουµτζής, φιλίστωρ και επιχειρηµατίας επί χρόνια , ιχνηλατεί το αίµα του εµφυλίου, δίνοντας την ερµηνεία πως « Ναι, µπορούσε να αποφευχθεί. Ναι, ήταν πολιτική επιλογή του ΚΚΕ». 

«Πραγµατικά δεν είµαι σίγουρος πως θα ζήλευα κάποιον ιστορικό που θα ισχυριζόταν ειλικρινά ότι έζησε τα συγκλονιστικά γεγονότα των τελευταίων πενήντα ετών, χωρίς ριζικές τροποποιήσεις στις απόψεις του…». Τούτη τη ρήση του διπλωµάτη, ιστορικού και δηµοσιογράφου Έντουαρντ Χ. Καρρ, διαλέγει ο συγγραφέας ως «υποδοχή» στο βιβλίο του, προϊδεάζοντας για όσα θα ακολουθήσουν. 

Σαφέστερα, τα παραθέτει στον πρόλογό του βιβλίου, ο πανεπιστηµιακός, Θάνος Βερέµης: «Ο Σάκης Μουµτζής ανήκει στη δεύτερη αναθεωρητική γενιά των ιστορικών µετά την πτώση της δικτατορίας. Η πρώτη αποτέλεσε απάντηση στα επτά χρόνια προπαγάνδας που µας επέβαλε η στρατιωτική χούντα. Η γενιά εκείνη προσπάθησε συνειδητά να αναδείξει το δίκιο των ηττηµένων του εµφυλίου. Σταδιακά, οι απολογητές των θέσεων της Αριστεράς κατασκεύασαν µια νέα ορθοδοξία που βασίστηκε σε µεγάλο βαθµό στην κακή συνείδηση των γόνων των νικητών πέραν των φυσικών οπαδών της αριστεράς. Έτσι δηµιουργήθηκε η διαδεδοµένη εντύπωση ότι τον εµφύλιο τον κέρδισαν οι αντικοµµουνιστές στο πεδίο της µάχης, αλλά η αριστερά στο πεδίο της ειρήνης». 

Τούτο το σχήµα, το «ασπρόµαυρο», ο Σάκης Μουµτζής, επιχειρεί να το ανατρέψει. Αρχίζοντας από την προσωπική ιδεολογική του διαδροµή.

«Προέρχοµαι από αστική οικογένεια, µε φιλελεύθερες, σε γενικές γραµµές αντιλήψεις, που οι αναφορές της στον εµφύλιο πόλεµο ήταν περιορισµένες και πάντα περιφέρονταν γύρω από τα εγκλήµατα των κοµµουνιστών, τα ∆εκεµβριανά και στο πως βίωσαν την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας στη Θεσσαλονίκη από το Νοέµβριο του 1944 ως τα µέσα του Ιανουαρίου του 1945. Όταν έρχονταν από την Αθήνα συγγενικά µας πρόσωπα, που πήραν µέρος στις µάχες των ∆εκεµβριανών µε την πλευρά των κυβερνητικών δυνάµεων, οι συζητήσεις αποκτούσαν για µένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς διανθίζονταν από συγκεκριµένα πολεµικά περιστατικά., Τότε άκουσα για πρώτη φορά για οµαδικούς τάφους, για οµήρους, για την ΟΠΛΑ και πρωτάκουσα το όνοµα της ηθοποιού Παπαδάκη. Σ’ αυτό το όνοµα συµπυκνωνόταν όλη η
«κοµµουνιστική θηριωδία» , κατά τους συζητητές.  Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1960. Όπως µου ερχόταν αργότερα στη µνήµη, στις αναφορές τους αυτές διέκρινα από τότε την ασφάλεια και την αυτοπεποίθηση που χαρακτηρίζει τον λόγο των νικητών- όλων των νικητών αλλά και µια αστική ευγένεια και κατανόηση ( την ευγένεια και την κατανόηση που τρέφει ο κάθε νικητής προς τον ηττηµένο), για τα όσα υπέστησαν οι απλοί µαχητές των «άλλων», που συνοδευόταν όµως από µια σκληρότητα για την επιλογή τους να ακολουθήσουν την ηγεσία τους και να στρέψουν τα όπλα κατά της πατρίδας» αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας για την αφετηρία του. 

Γύρω στα 20, φοιτητής πια, προσχωρώντας στην οργάνωση «Ρήγας Φεραίος» εξοικειώνεται και µε την αφήγηση της «άλλης» πλευράς. Για κάθε επιχείρηµα της µιας, υπάρχει ένα πειστικό αντεπιχείρηµα της άλλης, γράφει, γεγονός που θαµπώνει αυτό το… του ενός, πολύτιµο, περιλάλητο «δίκιο». 

Κοµβική για τον ίδιο ήταν η χρονική αφετηρία του αφηγήµατος. Από πού έπιαναν το «νήµα» της εξιστόρησης, οι δυο πλευρές του εµφυλίου. Για τους νικηµένους, η ιστορία «άρχιζε» από τη «Συνθήκη της Βάρκιζας». Για τους νικητές, από το 1943. 
 
«Τι έπαθαν οι αποκαλούµενοι τότε «εθνικιστές» και την άνοιξη του 1945 άρχισαν να καταδιώκουν τους αριστερούς; Οµαδική παράκρουση; Προφανώς, όχι. Άρα κάτι έγινε πιο µπροστά, τότε που οι θύτες και διώκτες του 1945 ήταν θύµατα της εξουσίας και κυριαρχίας των κοµµουνιστών. Κάπως έτσι άρχισα να καταγράφω τα γεγονότα και να προσπαθώ να τα συνδέσω µεταξύ τους» αποφαίνεται ο συγγραφέας αποκαλύπτοντας την επιθυµία που γέννησε µεταξύ άλλων, τη συγγραφή του βιβλίου , της πιο µελανής σελίδας της ελληνικής ιστορίας, από έναν µη επαγγελµατία ιστορικό:

«Αυτό που προσπαθώ να επιτύχω µε το βιβλίο µου, είναι να φωτίσω τις πτυχές αυτής της περιόδου που βρίσκονται µάλλον σκόπιµα στο ηµίφως από τον κυρίαρχο µεταπολιτευτικό λόγο, να αναδείξω στο µέτρο των ικανοτήτων µου, τους παράγοντες εκείνους που σταδιακά, ανεπαίσθητα αλλά σταθερά από το 1943 ωθούσαν τη χώρα στην εµφύλια διαµάχη και, το κυριότερο, να προσθέσω µια ακόµα φωνή σ αυτές που –σε αντίθεση µε την «επίσηµη αφήγηση»- υποστηρίζουν πως παράλληλα µε τον αντιστασιακό αγώνα διεξαγόταν από την άνοιξη του 1943 ένας σκληρός εµφύλιος πόλεµος µε διακύβευµα τον έλεγχο των µεταπελευθερωτικών εξελίξεων, ένας εµφύλιος πόλεµος που ουσιαστικά οδήγησε στην επιβολή της ΕΑΜοκρατίας».  

Ο ίδιος, µιλώντας στο Capital.gr, παίρνει ξεκάθαρη θέση για την «θεωρία των δύο άκρων» που αίφνης κυριαρχεί στην πολιτική διελκυστίνδα µεταξύ της Ν.∆ και του ΣΥΡΙΖΑ. 

«Φυσικά υπάρχουν δύο άκρα. Μόνο που προς το παρόν, βλέπουµε µόνον το φαιό. Μόνο αυτό έχει αναπτυχθεί υπό τη Χρυσή Αυγή. Το άλλο, ακόµη αναζητείται. ∆εν έχει εκδηλωθεί, οπωσδήποτε κυοφορείται, κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει, πότε και υπό ποιες συνθήκες». 

-Η νέα γενιά τροµοκρατών, δεν είναι; «Πολύ βολική λύση να αποδίδουµε το άλλο άκρο στους πυρήνες της φωτιάς και διαφόρους τέτοιους, αλλά όχι δεν είναι. Αυτοί δεν παράγουν ιδεολογία. ∆εν έχουν ιδεολογική εξάρτυση» τονίζει µε σιγουριά. Όπως λέει κι ο ποιητής: «τι περιµένεις; Κι αν έρθει η αλλαγή, δε θα ρθει από κει».  

Εντάξει, αυτοί δεν είναι. Για νέο εµφύλιο συντρέχει όµως ή όχι λόγος ανησυχίας; Χύνεται πολύ µελάνι για τον φρικώδη εµφυλιοπολεµικό λόγο που κυριαρχεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στη χώρα. «Όχι», απαντά καταλαγιασµένα. «Εµφύλιο δε θα ξαναδούµε,  το ΚΚΕ έχει γίνει µια ανώνυµος εταιρεία δεν το απασχολεί η ρεβάνς. Αντίθετα, αποτελούν έναν από τους βασικούς υπερασπιστές του συστήµατος. ∆ίνουν πού και που µερικά επαναστατικά σόου, και κατά τα λοιπά, το µόνο µε το οποίο ασχολούνται είναι οι επιχειρήσεις τους». 

Ποιος φοβάται τον ΣΥΡΙΖΑ; Όχι πάντως ο συγγραφέας, ο οποίος εκτιµά ότι διατηρεί µεν κάποια αντισυστηµικά κοµµάτια, όπως την πτέρυγα του Π. Λαφαζάνη, αλλά θεωρεί ότι στην πορεία θα διασπαστεί σε δυο κοµµάτια. 

Αυτό που τρέµει είναι τη µεσαία τάξη, τη ραχοκοκαλιά του αστικού συστήµατος, που κοντεύει να εξαερωθεί. Ο φόβος της απώλειας να χάσεις ό,τι σου έχει από µείνει, είναι το τελευταίο πολιτικό όπλο που χρησιµοποιεί το πολιτικό σύστηµα. «Μόνο που η µεσαία τάξη βαίνει προς τέτοια περιθωριοποίηση που αν εκλείψει ο φόβος (γιατί δε θα υπάρχει τίποτα άλλο να χάσεις) τότε οι εξελίξεις θα είναι ασύµµετρες. Και κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει η άλλοτε µεσαία τάξη που της έχεις αφαιρέσει περιουσία, δυνατότητες και µέλλον..», καταλήγει σιβυλλικά.

• Το βιβλίο του Σάκη Μουµτζή « Η κόκκινη βία 1943-1946, Η µνήµη και η λήθη της αριστεράς», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Επίκεντρο»
Ποιος είναι ο Σάκης Μουµτζής

Γεννήθηκε το 1953 στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το Πειραµατικό Σχολείο το 1971 και πήρε το πτυχίο της Νοµικής το 1976. ∆ραστηριοποιήθηκε πολιτικά στο χώρο του Ρήγα Φεραίου, στη Σπουδάζουσα και στη συνέχεια στις γραµµές της Κοµµατικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕσωτερικού µετέχοντας στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Αγώνας. Από το 1980-2009 ασχολήθηκε επαγγελµατικά µε την οικογενειακή επιχείρηση. Ζει στη Θεσσαλονίκη.


Πηγή:www.capital.gr

Βρείτε το βιβλίο εδώ


Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Η Απελευθέρωση της Άμφισσας, 10 Απριλίου 1821

Η απελευθέρωση της Άμφισσας - 10 Απριλίου 1821
Η Απελευθέρωση της Άμφισσας
10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821
 
Δημητρίου Φωτιάδη
Τα Σάλωνα

Στη Ρούμελη οι προϋποθέσεις για σηκωμό στέκονταν πολύ πιο δύσκολες από το Μοριά. Βρισκόταν σιμά σε τέσσερεις σημαντι­κές τούρκικες βάσεις˙Γιάννενα, Λάρισα, Βόλο, Εύ­βοια. Ήταν ευτύχημα βέβαια πως στα Γιάννενα ξακολούθαγε την αντίστασή του ο Αλήπασας. Οι στρατιωτικές όμως δυνάμεις που τον πολιορκούσαν μπορούσαν να στείλουν σημαντικά αποσπάσματα να χτυπήσουν τους επαναστάτες.

Αντιστάθμιζε όμως τούτη τη δυσκολία η ύπαρ­ξη μιας μαχητικής από αιώνες παράδοσης — η κλεφτουριά και τ' αρματολίκια. Ένας στρατός σχεδόν έτοιμος, με θαυμάσια στελέχη για τον άταχτο πό­λεμο, που τόσο τον ευνοούσαν τα βουνά της Ρού­μελης.

Οι καπεταναίοι που πήραν μέρος στη σύσκεψη της Άγιας Μαύρας άρχισαν, αφού για λίγο λούφα­ξαν, να φτάνουν ένας ένας στα λημέρια τους. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος άφησε τη φαμελιά του στους Παξούς κι αφού πήγε στην Πάτρα για να πάρει οδη­γίες από τον Ρώσο πρόξενο Ιωάννη Βλασσόπουλο, που ήταν από τα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Ε­ταιρίας στο Μοριά, πέρασε στη Ρούμελη. Κρίνον­τας πως η συμμετοχή των Γαλαξειδιωτών στον αγώ­να, με τα σαράντα καράβια τους, θα ήταν αποφασι­στική καθώς θα μας χάριζε στην αρχή της επανά­στασης τη θαλασσοκρατία στον Κορινθιακό κόλ­πο, τους έστειλε τούτο δω το γράμμα, ένα από τα πιο χαραχτηριστικά τού Εικοσιένα:


Αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται,
Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μια μέρα και να χυθούμε κατεπάνω στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στη σκλα­βιά και το σπαθί των Τούρκων ν' ακονιέται εις τα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μας από­μεινε; Οι εκκλησιές μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων.

 Κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα. Η φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκρισι των Τούρ­κων. Τίποτα, αδέρφια, δεν μας έμεινε. Δεν είναι πρέπον να σταυρώσουμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό. Ο Θεός μας έδωσε χέρια, γνώσι και νου. Ας ρωτήσουμε την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι το πώς ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάμωμεν μια ώρα αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε το κεφάλι μας.

Τώρα η Τουρκία είναι μπερδεμένη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη κατεπάνω μας. Ας ωφεληθώμεν από την περίστασι, όπου ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονα μας έστειλε δια ελόγου μας. Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια, ή να ξεσκλαβωθούμε, ή να πεθάνουμε. Και βέβαια καλύ­τερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε Χριστιανός και Έλληνας.

Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, τιμές και δόξες. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας. Γιατί το σπαθί τού Οδυσσέα δεν χορατεύει. Έπειτα κοντά στα άλλα ενθυ­μούνται τον πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθειαν, αδέρφια. Δεν θέλω εγώ μο­νάχα να καλοπερνώ και το γένος μου να βογκά στη σκλαβιά. Μου καίγεται η καρδιά μου σα βλέπω και συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν.

Από το Μωρηά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου. Μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος το πως θα με ακολουθήσετε και σεις. Αν εσείς κάμετε αρχή από τη μια μεριά, κι εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη. Γιατί ο κόσμος φοβάται. Μα σαν ίδη ελόγου σας, που έχετε τα καράβια και ξέρετε καλύτερα τα πράγματα το πως σηκώνετε το μπαϊράκι, θενά τελειώση ότι καλύτερο το πράγμα.

Περιμένω απόκρισι με τον ίδιο που φέρνει το γράμ­μα μου. Τη μπαρούτη και τα βόλια τα έλαβα και τα εμοίρασα. Να με οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύη και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω στους Πατρατσικιώτας. Του Πανουριά τα λόγια μην τα πολυακούτε. Είναι φοβιτσιάρης. Μα σαν το σηκώσωμε εμείς, αλλέως δεν μπορεί να πράξη πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.

Αύριο το βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα εύρη τον Γκούραν για να μιλήση σαν να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε. Είναι παιδί δικό μας και καλό παλληκάρι.

Χαιρετίσματα σ' όλους πέρα και πέρα. Σας χαι­ρετώ και σας γλυκοφιλώ.

22 Μαρτίου 1821.

Ο αγαπητός σας Οδυσσέας Ανδρούτσος
Κι όμως στο πραγματικά έξοχο αυτό γράμμα έκα­νε ο Ανδρούτσος δυο λαθεμένες εκτιμήσεις. Η μια για τον Γκούρα, που έπειτα από λίγα χρόνια θα στα­θεί ο δήμιος του στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η άλλη για τον Πανουργιά. Όχι, δεν ήταν φοβιτσιάρης. Αντίθετα αυτός πρώτος χτύπησε στη Ρούμελη τον Τούρκο, χαρίζοντας στους Έλληνες μια σημαντική νίκη κι ένα κάστρο.

 Ο Πανουργιάς είχε πατέρα τσομπάνο, τον Ξηρο-δημήτρη69. Τ' όνομά του, όπου μ' αυτό έμεινε γνωστός στην ιστορία, το χρωστά, καθώς ανιστοράνε, σε τούτο δω τ' αστείο περιστατικό. Ο νουνός του, νομίζοντας πως το παιδί που θα βάφτιζε ήταν κο­ρίτσι, όταν ο παπάς τον ρώτησε τι όνομα τού δίνει, τού αποκρίθηκε «Πανώρια». Κι ο παπάς, δίχως να καλοκοιτάξει, βάφτισε τ' αρσενικό παιδί με θηλυκό όνομα. Ξέσπασαν όλοι στα γέλια, επειδή όμως λο­γαριάστηκε πως μια κι ο παπάς είπε τ' όνομα τού παιδιού θα στεκόταν αμάρτημα να τ' αλλάξουν, τον ονόμασαν Πανουργιά.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση δεν ήταν πια νέος. Είχε καβατζάρει τα εξήντα. Μα η λεβεντιά συντρό­φευε ακόμα τα γκρίζα μαλλιά του. Ο λαός, που πάν­τα λάτρεψε τα παλικάρια, του είχε κάνει τραγούδι:
— Τα που βροντούν, μωρ' Πανουργιά, τα που βροντούν τα χαϊμαλιά,

μωρέ Λάμπρο Σουλιώτη70, τα που βροντούν τ’ αλύσια;

— Στου Πανουργιά τα γόνατα, στου Πανουργιά τη μέση,

εκεί βροντούν τα χαϊμαλιά, εκεί βροντούν τ’ αλύσια.
Αφού ροβόλησε τα ρουμελιώτικα βουνά χρόνια κλέφτης, γίνηκε τέλος πρωτοπαλίκαρο τού Οδυσσέα Ανδρούτσου και με τη μεσιτεία του τζοανταραίος τού Αλήπασα. Όταν τα σουλτανικά ασκέρια πολι­όρκησαν τον περιβόητο βαλή, το έσκασε κι ο Πανουργίας, όπως είχαν κάνει κι ο Ανδρούτσος, κι ο Καραϊσκάκης και τόσοι άλλοι. Κατέβηκε στα Σά­λωνα και με το έτσι θέλω πήρε από τον Σολιώτη τ' αρματολίκι. Είχε κάτω από τις προσταγές του εξήν­τα παλικάρια. Ανάμεσα τους ήταν κι ο Γκούρας.

Η ψυχή του ανάσαινε έλατο, θυμάρι και λευτεριά. Έτσι, όταν στις 24 τού Μάρτη έμαθε το σηκωμό της Πάτρας, πήρε τους λεβέντες του και τράβηξε για το μοναστήρι τού Προφήτη Ηλία. Φωνάζει τους προεστούς και τους λέει πως θ' ανεμίσει το μπαϊρά­κι τού σηκωμού και θα χτυπήσει τους Τούρκους. Στ' αναμεταξύ έφτασαν στα Σάλωνα οι Τούρκοι της Βοστίτσας, τού Αιγίου δηλαδή, τρομοκρατημένοι άπ' όσα έτρεξαν στο Μοριά. Η δύναμη των ντόπιων Τούρκων μαζί μ' εκείνους που ήρθαν από τη Βοστίτσα δεν ήταν αψήφιστη· έφτανε τα εξακόσια ντουφέκια.

Ο Πανουργίας στέλνει στο Γαλαξείδι τον Γκούρα, τον γαμπρό του Μανίκα και τον Παπαντρέα να στρατολογήσουν. Οι Γαλαξειδιώτες με προθυμία δέχονται ν' αντιβγούν στο δυνάστη όχι μονάχα στη θάλασσα, παρά και στη στεριά. Όταν κάπως δυνάμωσε ο Πανουργιάς αποφασίζει, αν και τ' ασκέ­ρι του ήταν πιο αδύναμο από το τούρκικο των Σαλώνων, να χτυπήσει, λογαριάζοντας πως το χειρό­τερο άπ' όλα θα ήταν να χασομερήσει δίνοντας καιρό στους εχθρούς να συνεφέρουν και να ετοιμαστούν.

Επειδή όμως έβλεπε πολλούς να είναι δισταχτικοί, σκαρφίζεται τούτο δω το κόλπο. Ορμηνεύει κά­ποιον της εμπιστοσύνης του να πάει στην Ιτέα κι όταν γυρίσει να πει πως είδε τάχα στον κόρφο το ρούσικο στόλο. Όταν ήρθε και ξεφούρνισε την ψεύ­τικη είδηση, φωνάζει ο Πανουργίας:

—Αδέρφια, τι καρτεράμε;

Ξεχύνονται — ήταν 27 του Μάρτη — να πάρουν την πολιτεία. Οι Τούρκοι, βλέποντας την ορμή τους, την παρατάνε κι ανεβαίνουν στο φράγκικο κάστρο, που τα ερείπια του ίσαμε τις μέρες μας ωσάν κορώνα στέκονται πάνω από την Άμφισσα, καθώς λένε τα Σάλωνα τώρα.

Τους μπλοκάρουν από παντού οι δικοί μας. Άδικα καρτεράνε βοήθεια οι Τούρκοι και το λιγοστό νερό που είχαν τελειώνει. Δεν τους μένει άλλο παρά να παραδοθούν σ' αυτούς, που ως χτες είχαν σκλάβους τους.

Φτάνουνε οι μπέηδες στο στρατόπεδο των χαΐνηδων.

— Ποιος είναι ο αφέντης σας να προσκυνήσουμε; ρωτάνε.

—Εγώ είμαι πια ο αφέντης σας κι εμένα θα προσκυνήσετε! τους αποκρίνεται περήφανα ο Πανουργιάς.

Παραδόθηκαν στις 10 του Απρίλη, ανήμερα Λαμπρή. Ένα από τα πιο δυνατά κάστρα της Ρού­μελης βρισκόταν στα χέρια των δικών μας. Μα το πιο σημαντικό άπ' όλα ήταν τα ντουφέκια που πή­ρανε οι ξεσηκωμένοι. Εξακόσιοι ακόμα Έλληνες είχανε άρματα να πολεμήσουν το δυνάστη.

Πιο πέρα, πάνω στο δρόμο που από την Άμφισσα οδηγά στη Ναύπαχτο, ο Σκαλτσάς κι ο Αναγνώ­στης Λιδωρίκης λευτέρωσαν, στις 28 τού Μάρτη, το Λιδωρίκι.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

69. Ο Γούδας λέει πως ο Ξηροδημήτρης ήταν προεστός στο χωριό Δρέμισα της Παρνασσίδας («Βίοι Παράλληλοι», τ. Η', σ. 237).

70. Ο Λάμπρος Σολιώτης διεκδικούσε κι αυτός τ' αρματο­λίκι της Παρνασσίδας. που τελικά το πήρε ο Πανουργίας.

71. Ταχυδρόμος.

72. Τη σοδειά σου.

73. Το μοναστήρι στο Λυκούρεσι, νοτιοδυτικά της Χαιρώ­νειας.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...